Η μέγιστη υπαρκτική παγίδα
Ήταν μια φορά το ‘είναι’ και έλεγε ότι είναι ‘ήταν’. Όταν πια το ‘είναι’ ήταν όντως ‘ήταν’, αυτό ισχυριζόταν ότι είναι κάτι ακαταλαβίστικο, προερχόμενο από μια γλώσσα που έμοιαζε στη γλώσσα που έκανε τις προηγούμενες κρίσεις περί του ευατού του άλλα ωστόσο οι δυο τους δεν ήταν αμοιβαία κατανοητές. ‘Eγεγόνειν’ είπε το ‘ειναι’ ότι είναι όταν η γλώσσα χρησιμοποιούμενη από κάποιον που από βαρεμάρα είπε να γράψει κάτι, του προσέδωσε τον χαρακτηρισμό ‘ήταν’. Πάρα ταύτα, όταν το ‘είναι’ ήταν όντως ‘Εγεγόνειν, το ‘είναι’ δεν είχε άλλη επιλογή από το να συμφωνήσει ή να σιωπήσει. Τα έκανε και τα δύο. Στην προσπάθεια του να ορίσει το ‘είναι’ του, το ‘ειναι’ υπέπεσε άθελα του στην μέγιστη υπαρκτική παγίδα, φορμαλοποιημένη ως ο πρώτος νόμος της συμβατικής αυτοκαταστροφής:
Μην προσπαθείς να αντιπαρέρθεις τον ορισμό που σου δίνεται από ένα συμβατικό σύστημα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα αυτού του συστήματος ή όταν εσύ ο ίδιος αποτελείς μέρος της γλώσσας αυτού του συστήματος
Το ‘είναι’ δεν μπόρεσε να δεχτεί ότι ήταν μέρος του συστήματος και αυτοκτόνησε. Μαζί του πήρε και όλες τις συμβατικές χρονικές του εκφάνσεις. Πάρα ταύτα, εμείς οι άνθρωποι του συστήματος διόλου δεν πήραμε χαμπάρι τι έγινε, και συνεχίζουμε να κλείνουμε τα ραντεβού μας χρησιμοποιώντας ρολόγια.

